Elias Ashmole – Ο πρώτος "αποδεδεγµένος" τέκτων

Ο Elias Ashmole γεννήθηκε στο Lichfield (Λίχφιλντ) στις 23 Μαΐου του 1617. Ήταν μοναχογιός ενός σαγματοποιού του Simon Ashmole. Ο παππούς του Thomas Ashmole, επίσης σαγματοποιός έπαιξε σημαντικό ρόλο στα κοινά της πόλεως του Lichfield και του άρεσε ο αριτοκρατικός τρόπος ζωής.

Από την µητέρα του Anne της οικογενείας Bowyer, ο Ashmole καταγόταν από οικογένειες ευγενών του Staffordshire και του Cheshire.

Στην ηλικία των 16 ετών, έχοντας τελειώσει το Δηµοτικό και το Μουσικό Σχολείο στο Lichfield πήγε στο Λονδίνο, όπου ο οικογενειακός φίλος της µητέρας του James Pagit (βαρώνος του Έξεκερ) προσφέρθηκε να βοηθήσει τις σπουδές, του ασυνήθιστα χαρισµατικού παιδιού. Από όσα γνωρίζουµε έκανε νοµικές σπουδές και µαθήµατα µουσικής και χορού.

Στα τέλη του 1638 (21 ετών), ξεκίνησε να ασχολείται µε τα νοµικά, έχοντας πολύ καλή πορεία. Μερικούς µήνες νωρίτερα είχε νυµφευθεί την Έληνορ, η οποία ήταν η µεγαλύτερη κόρη ενός πτωχευµένου γαιοκτήµονα του Πήτερ Μένγουορινγκ από το Σµόλγουντ του Τσέζάϊρ.

Το 1640 προσλήφθηκε από τον λόρδο Φίντς σε µία ασήµαντη νοµική θέση στο Durham house. Μερικές βδοµάδες µετά το ταξίδι του λόρδου στην ενδοχώρα o Ashmole έγινε δεκτός τον Φεβρουάριο του 1641 στο Clement’s Inn και ορκίσθηκε δικηγόρος στο Πληµµελειοδικείο.

Τον Δεκέµβριο του 1641, πέθανε ξαφνικά η αγαπηµένη του σύζυγος Έλινορ κατά την διάρκεια του τοκετού του δευτέρου παιδιού τους, ενώ και το πρώτο τους παιδί είχε γεννηθεί και αυτό νεκρό.

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1642 παραιτήθηκε από την θέση υπαλλήλου, στο Nisi Prius Office. Τον Αύγουστο του 1642 ο Άσµολ, αποφάσισε ότι το Λονδίνο δεν είναι ένα µέρος για τις δικές του πεποιθήσεις. Δεν ενέκρινε την ισχύ που άρχισαν να αποκτούν τα µέλη του Μακρού Κοινοβουλίου, το οποίο είχε τοποθετηθεί εχθρικά, προς τον βασιλέα Κάρολο τον Α΄. Ο ίδιος έγραψε «Τα προβλήµατα στο Λονδίνο γιγαντώνονται» και στη συνέχεια «αναγκάζοµαι να φύγω από την πόλη και να αποσυρθώ στην εξοχή». Στην αγροικία του πεθερού του Peter Manwaring στο Smallwood διαβάζοντας, συνθέτοντας ποιήµατα και δίνοντας νοµικές συµβουλές.

Για δύο περίπου χρόνια (µέχρι τον Μάϊο του 1644) διορίσθηκε µαζί µε δύο άλλους πολίτες, ως επίτροπος για την συλλογή φόρων, στο Staffordshire και στην πόλη Lichfield. Με την ίδια ιδιότητα απεστάλη και στην Οξφόρδη, (τέλη του 1644) για να συνδράµει το έργο του Βασιλικού Κοινοβουλίου κατά του κυβερνήτη του Lichfield, ο οποίος εµπόδιζε την συλλογή φόρων.

Κατά την παραµονή του στην Οξφόρδη, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του, στο Πανεπιστήµιο, παρ’ότι στην χώρα µαινόταν ο εµφύλιος πόλεµος. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την εγγραφή του στο Πανεπιστήµιο αλλά από πηγές της εποχής, γνωρίζουµε ότι ήταν µέλος του Κολλεγίου Brasenose (ιδρ. το 1509). Ασχολήθηκε µε την Αστρολογία, την Αστρονοµία, τη Φιλοσοφία και τα Μαθηµατικά. Ο φιλοβασιλικός George (αργότερα Sir George) Wharton αστρολόγος και αστρονόµος, τον οποίο συνάντησε ο Ashmole στην Οξφόρδη (Μάρτιος του 1645) έγινε φίλος του για όλη την ζωή του.

Η αναγέννηση της Αστρολογίας, ιδιαίτερα εκείνης που αφορά τις ανθρώπινες υποθέσεις, ξεκίνησε κατά την περίοδο των σπουδών του, αφού ο ίδιος ασχολήθηκε συστηµατικά µε αυτήν. Ήταν άνθρωπος ευφυής και διορατικός, ιδιότητα που οι αστρολόγοι απέδιδαν στους αγαπηµένους θεόσταλτους αγγελιαφόρους. Στα κρυπτογραφηµένα του γραπτά αυτοπροσδιορίζεται µε το σύµβολο του Ερµή και στις επικεφαλίδες των τριών αλχηµιστικών του εκδόσεων αναφέρει τον εαυτό του ως «Merrcuriophilus Anglicus», ενώ ως εραλδικό του έµβληµα διαλέγει  τον Θεό Ερµή, έτοιµο να πετάξει.

Από τον Μάϊο µέχρι τον Δεκέµβριο του 1645 ο Ashmole ήταν επικεφαλής των ανατολικών οχυρώσεων της πόλεως της Οξφόρδης στο πλευρό των φιλοβασιλικών δυνάµεων. Με εντολή του ιδίου του βασιλέως Καρόλου του Α΄, αποσπάσθηκε στο Worcester, ως επίτροπος για την εφαρµογή των µέτρων συλλογής φόρων.

Τον Μάρτιο του 1646 ο λόρδος Astley τον προήγαγε στον βαθµό του λοχαγού. Τον Μάϊο του ιδίου έτους (1646) διορίσθηκε υπεύθυνος της φρουράς και τον Ιούνιο βοηθός διοικητή της φρουράς της πολιορκηµένης από τους κοινοβουλευτικούς πόλεως του Worcester. Μετά την παράδοση του Worcester τον Ιούλιο του 1646, η οποία σηµατοδότησε και την τελική ήττα των στρατευµάτων του βασιλέως Καρόλου του Α΄, αποσύρθηκε εκ νέου για µερικούς µήνες.

Στο ηµερολόγιό του γράφει: «1646 Οκτώβρ. 16 ώρα 4:30΄µ.µ., έγινα ελεύθερος τέκτονας στο Ουώρριγκτον του Λαγκασάϊρ µε τον συνταγµατάρχη Ερρίκο Μανγογαίρινγκ από το Κάριντσαµ του Τσεσάϊρ. Τα ονόµατα εκείνων που ήσαν τότε της Στοάς: κ. Ρίτσαρντ Πένκετ επόπτης, κ. Τζαίηµς Κόλλιερ και Ρίτσαρντ Σάνκευ, Ερρίκος Λίτλερ Τζων Έλλαµ, Ρίτσαρντ Έλλαµ και Χιού Μπρούερ». Αυτό το οποίο είναι άξιο προσοχής στο απόσπασµα του ηµερολογίου, είναι ότι και οι δύο µυηθέντες δεν ήσαν επαγγελµατίες λιθοξόοι και ότι εποµένως από την εποχή εκείνη οι επαγγελµατικές Στοές δέχονταν ανθρώπους µη ασχολουµένους επαγγελµατικά µε την τέχνη τους.

Μετά την εισδοχή του στον Τεκτονισµό ο Ashmole επέστρεψε στο Λονδίνο, µη υπακούοντας στην απαγόρευση εισόδου για τους παλαιούς αξιωµατικούς του βασιλικού στρατού. Επειδή µάλιστα του είχε αφαιρεθεί, λόγω των φρονηµάτων του και η άδεια εξασκήσεως της δικηγορίας, κατέφυγε σε δεύτερο γάµο, µε την Lady Manwaring, την οποία βοήθησε να ανακτήσει την ιδιοκτησία της στο Brandfield και στο Berkshire.

Από το 1646, χρονιά που ο Ashmole επέστρεψε στο Λονδίνο, είχε δηµιουργήσει πολλές φιλικές σχέσεις µε αστρολόγους, αστρονόµους, αλχηµιστές και µαθηµατικούς. Μεταξύ των φίλων του συγκαταλέγονται οι Sir Jonas Moore, John Booker, William Lilly, Dr. Thomas Wharton και Dr. William Currer. Το 1647 έκανε µεταφράσεις σε δύο λατινικές πραγµατείες του William Lilly και ησχολείτο µε την αστρολογία, η βοτανική και η αλχηµεία προσετέθησαν στα ενδιαφέροντά του το 1648 και από το 1649 ασχολήθηκε µε την Ιατρική και την Ανατοµία.

Το 1650 εξέδωσε και το πρώτο του βιβλίο Αλχηµείας υπό τον τίτλο «FASCICULUS CHEMICUS» µε το ψευδώνυµο James Hasolle. Το βιβλίο αυτό περιείχε µεταφράσεις λατινικών κειµένων των Dr. Arthur Dee και Jean d’ Espagnet και προλογίζονταν από τον Ashmole υπό τον τίτλο «PROLEGOMENA», όπου είναι σαφής η κριτική προσέγγισή του και τονιζόταν ότι σκοπός της ενασχολήσεώς του µε την αλχηµεία ήταν η θεωρητική έρευνα και η αναζήτηση της επιστηµονικής γνώσεως.

Το σεβαστό του εισόδηµα από την δεύτερη σύζυγό του, του επέτρεψε να αποκτήσει µεγάλες συλλογές από χειρόγραφα αστρολογικά, ιστορικά, ιατρικά, περί µαγείας και αλχηµιστικά. Οι αλχηµιστικές του αναζητήσεις υποβοηθήθηκαν από την φιλία του µε έναν γηραιότερο αλχηµιστή τον William Blackhouse από το Swallow Field του Berkshire. Αυτός θεωρούσε τον Ashmole πνευµατικό του παιδί και το 1653 πιστεύοντας ότι πεθαίνει του έδωσε σαν κληρονοµιά την «Αληθινή Ουσία της Φιλοσοφικής Λίθου».

Επίσης µεγάλη επίδραση άσκησαν στον φιλοµαθή Ashmole και τα έργα του Sir George Ripley, αλχηµιστή του 15ου αιώνα και του οποίου χειρόγραφα φυλάσσονται στο Βρετανικό Μουσείο. Η ευρεία γνώση του σε όλους τους τοµείς της αναγεννησιακής επιστήµης είναι εµφανής και στο βιβλίο του «THEATRUM CHEMICUM BRITTANICUM» το οποίο εξέδωσε το 1652.

Από το 1652 έως το 1656 ασχολήθηκε και µε την κατασκευή ενός καταλόγου, για το διάσηµο Μουσείο των Tradescants στο South Lambeth, το οποίο είχε µία συλλογή από σπάνια δείγµατα Φυσικής Ιστορίας και Εθνολογίας.

Ανάµεσα στο 1650 και στο 1660 ο Ashmole κέρδισε την εκτίµηση ευυπόληπτων ανδρών όπως του Dr. John Wilkins του Wadham College, του Dr. Seth Ward καθηγητή Αστρονοµίας, του Dr. Gerard Langbaine, του Dr. John Selden, του Sir Dr. Thomas Browne του Norwich, του Thomas Fuller κ.λ.π.

Στις µετέπειτα µελέτες του για ζητήµατα γενεαλογικά και εραλδικά τον βοήθησαν πολύ οι φιλίες του µε τον Sir William Dugdale και τον Dr. Gristopher Wren κοσµήτορα του Windsor και διάσηµο αρχιτέκτονα.

Από το 1655 είχε αρχίσει να συλλέγει χειρόγραφα για την µνηµειακή του έκδοση «The Institution Laws & Ceremonies of the Noble Order of the Garter» το οποίο τελικά εξεδόθη το 1672. Το βιβλίο αυτό εγκεκριµένο από το στέµµα επανεγκατέστησε την, για 300 ολόκληρα χρόνια, απολεσθείσα υπόληψη των Ναϊτών Ιπποτών, οι οποίοι είχαν καταδικασθεί για «ανοµολόγητες αντιχριστιανικές πρακτικές».

Επίσης από το 1658 έως το 1666 ασχολήθηκε, ύστερα από αίτηµα του Dr. Thomas Barlow βιβλιοθηκαρίου της Bodleian Library της Οξφόρδης και µε την κατασκευή ενός καταλόγου νοµισµάτων ρωµαϊκής εποχής.

Η αφοσίωση του Ashmole στον βασιλικό Οίκο των Στιούαρτ αµείφθηκε γενναιόδωρα µετά την παλινόρθωση της µοναρχίας, έγινε ευνοούµενος του Καρόλου Β΄, ο οποίος του ανέθεσε την διεύθυνση του Windsor Herald και εξουσιοδοτήθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά να κατασκευάσει έναν κατάλογο των µεταλλείων και νοµισµάτων της βασιλικής αρχειοθήκης. Ακολούθως µε Βασιλική Εντολή διορίσθηκε υπεύθυνος της Υπηρεσίας Συλλογής Φόρων. O βασιλιάς Κάρολος Β΄ εκτιµούσε τον Ashmole όχι µόνον για την αφοσίωσή του, την φιλοµάθειά του και τις ικανότητές του αλλά και για την επαναφορά της αρχαίας δόξας του «Τάγµατος της Περικνηµίδας» (Order of the Carter).

Στις 28 Νοεµβρίου του 1660 σε µία προκαταρκτική συνάντηση για το µέλλον της Royal Society, τα µέλη της τοποθέτησαν το όνοµα του Ashmole στον κατάλογο υποψηφίων. Έχοντας επιλεγεί ο Ashmole στις 2 Ιανουαρίου 1661 προσέθεσε την υπογραφή του στον κατάλογο των 114 ιδρυτικών µελών της Royal Society. Ίσως να µην υποψιαζόταν, ότι οι εργασίες της νέας αυτής επιστηµονικής εταιρείας, θα έδιδαν την «χαριστική βολή» στις ιδέες του νεοπλατωνικού του κόσµου, όπου είχαν εξέχουσα θέση η αλχηµεία, η αστρολογία και η µαγεία. Ο Ashmole ολόψυχα καλωσόρισε την πειραµατική µέθοδο αποδείξεως της γνώσης πιστεύοντας ότι οι αστρονοµικές και αλχηµιστικές δοξασίες θα συνέβαλλαν σηµαντικά. Το 1664 ο Ashmole αναφέρεται ως µέλος της επιτροπής της Royal Society για την «Συλλογή φαινοµένων της Φύσεως, τα οποία έχουν παρατηρηθεί και των πειραµάτων, τα οποία έχουν διεξαχθεί».

Τον Αύγουστο του 1669 το Πανεπιστήµιο της Οξφόρδης του απένειµε τον τίτλο του «Doctor of Medicine».

Το 1672 µετά την έκδοση του µνηµειώδους έργου του “The Institution, Laws & Ceremonies of the Noble order of the Garter” η φήµη του αυξήθηκε σηµαντικά και δέχτηκε µεγάλες τιµές και δωρεές από τον Κάρολο τον Β΄ και από άλλους Άγγλους και αλλοδαπούς ευγενείς και πρίγκιπες, οι οποίοι ήσαν µέλη του Τάγµατος της Περικνηµίδος.

Το 1675 ο Ashmole ξεκίνησε διαπραγµατεύσεις, δια την ίδρυση ενός Μουσείου στο Πανεπιστήµιο της Οξφόρδης, στο οποίο θα στεγάζονταν οι συλλογές του Tradescan και οι δικές του. Η προσφορά έγινε δεκτή από το Πανεπιστήµιο και κατασκευάσθηκε ένα όµορφο κτίριο για τον σκοπό (1679 – 1683), που σήµερα ονοµάζεται Old Ashmolean Building και ήταν πρωτίστως ένα επιστηµονικό ινστιτούτο και όχι ένα µουσείο τέχνης και αρχαιολογίας που είναι σήµερα. Στον πρώτον όροφο υπήρχε τότε µία µεγάλη αίθουσα  διαλέξεων  η  «Schola  Naturalis  Historiae» και στο ισόγειο ένα εργαστήριο Χηµείας, το πρώτο τέτοιου είδους στο Πανεπιστήµιο της Οξφόρδης.

Για τον προ του 1700 Ελευθεροτεκτονισµό µεγάλη σηµασία έχει και ένα άλλο απόσπασµα από το ηµερολόγιό του: «10 Μαρτίου 1682, περί ώρα 5:00 µ.µ. έλαβα πρόσκληση για να παραστώ σε Στοά συγκροτουµένη αύριο στο Μασονικό Μέγαρον Λονδίνου (Masons Hall London)». «11 Μαρτίου µετέβην και περί την µεσηµβρία έγιναν δεκτοί στην εταιρείαν των Ελευθέρων Τεκτόνων οι sir Ουίλλιαµ Ουΐλσον Νάϊτ, λοχαγός Ριχάρδος Μπόρθουϊκ, κύριος Ουέλ Γούντµαν, κ. Σαµουήλ Ταίϋλορ και κύριος Ουέλ Ουάϊζ. Ήµουν ο πρεσβύτερος σύντροφος µεταξύ αυτών (διότι εγώ προ 35ετίας έχω γίνει δεκτός στην Στοά)». Αναφέρεται ακολούθως, ότι όλοι οι παρευρεθέντες ήσαν επαγγελµατικά τακτικά µέλη της εταιρείας των τεκτόνων, πλην του ιδίου και των sir Ουΐλσον και του λοχαγού Μπόθουϊκ οι οποίοι ήταν «αποδεδεγµένοι τέκτονες». Αυτή η πολύτιµη µαρτυρία του Ashmole αποδεικνύει ότι στην εταιρείαν των λιθουργών – τεκτόνων γινόταν δεκτοί µη επαγγελµατίες λιθουργοί ως µέλη, οι οποίοι ονοµάζονταν «αποδεδεγµένοι τέκτονες».

Από όσα µας έγιναν γνωστά από τον δόκτορα Νάϊπ τέκτονα από την Οξφόρδη στις προθέσεις του Ashmole ήταν η συγγραφή µιας «Ιστορίας του Ελευθεροτεκτονισµού». Δυστυχώς όµως τον πολυπράγµονα και πολυγραφότατο αυτό άνδρα τον βρήκε ο θάνατος πριν πραγµατοποιήσει το έργο του αυτό, στις 18 ή 19 Μαΐου 1692.

Η επιγραφή στην επιτύµβια στήλη του στην εκκλησία της Αγίας Μαρίας στο Lambeth γράφει: «Durante Musaeo Ashmoleano Oxon. Νunquam moriturus» που σε ελεύθερη µετάφραση σηµαίνει ότι «η µνήµη του θα παραµείνει αθάνατη όσο διαρκεί το Ασµόλειο Μουσείο».

Πολυµαθής, αρχαιοδίφης γενναιόδωρος στην ψυχή και στις γνώσεις ο Elias Ashmole, ένας homo universalis, υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος. Ο Ανthony Wood έγραψε γι’αυτόν ότι ήταν: «the greatest virtuoso and curioso that ever was known or read of in England before him».

 Φ. Σ. – Μ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Elias Ashmole, F.R.S. (1611-1692). H. JOSTEN, UNINERSITY OF OXFORD. ASHMOLEAN MUSEUM 2000.
Magus: The Invisible life of Elias Ashmole. Tobias Chuston. Lichfield: Signal Publishing 2004.
Εγκυκλοπαίδεια της Ελευθέρας Τεκτονικής. Νέστορος Χ. Λάσκαρι, Έκδοσις ΣΤ’ Όμηρος.
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάνικα.